Κατερίνα Κοσκινά
Διευθύντρια της 4ης Μπιενάλε Σύγχρονης Τέχνης Θεσσαλονίκης Πρόεδρος Δ.Σ. του ΚΜΣΤ

Τέχνη σε ταραγμένα ύδατα;

Το εύλογο ερώτημα που γεννιέται στο άκουσμα ενός μεγάλου εικαστικού γεγονότος όπως είναι η Μπιενάλε Σύγχρονης Τέχνης Θεσσαλονίκης σε μια εποχή όπως η σημερινή είναι πως, σε καιρούς δύσκολους, οικονομικής συρρίκνωσης και κρίσης, σε μια κοινωνία που πιέζεται, απαξιώνει και απαξιώνεται, υπάρχουν διάθεση και πόροι για εικαστικά γεγονότα μεγάλης εμβέλειας. Η απάντηση είναι ότι οι δύσκολοι καιροί επιβάλλουν εναλλακτικές διεξόδους και λύσεις δημιουργικές, παιδευτικές αλλά και ψυχαγωγικές –πόσο μάλλον όταν αυτές προσφέρονται ατελώς– που προάγουν τη σκέψη και οξύνουν την κρίση. Επιπλέον, ο πολιτισμός είναι κατοχυρωμένο δικαίωμα, γι’ αυτό και η Ευρωπαϊκή Ένωση και μεμονωμένα οι χώρες της έχουν θεσπίσει ειδικά προγράμματα και τρόπους για τη διάδοση και την προστασία του και τη συμμετοχή των πολιτών. Γι’ αυτούς τους λόγους, αλλά και επειδή η τέχνη είναι ταυτόχρονα ελεύθερη έκφραση, ανάγκη και παγκόσμια γλώσσα, η 4η Μπιενάλε Σύγχρονης Τέχνης Θεσσαλονίκης, δικαιωμένη ως προς το παρελθόν της, δημιουργική, πείσμων και αισιόδοξη ως προς το μέλλον της, πραγματοποιείται και φέτος, και μάλιστα με πρόγραμμα εμπλουτισμένο. Είναι επικεντρωμένη αφ’ ενός στους στρατηγικούς της στόχους που αφορούν τη Θεσσαλονίκη και τη μελέτη της τέχνης, και αφ’ ετέρου στη γεωγραφική και γεωπολιτική περιοχή που έθεσε ως άξονα της αναζήτησής της, τη Μεσόγειο.

Η Μεσόγειος, μήτρα πολιτισμών, πεδίο συγκρούσεων και συγκρίσεων, μωσαϊκό ατομικοτήτων με κοινά στοιχεία και εμφατικές διαφορές στους καθοριστικούς τομείς της πίστης, της παράδοσης, της λειτουργίας του νόμου και της συμπεριφοράς, χώρος ανατροπών και διεκδικήσεων, αλλά και χώρος διαπολιτισμικού και διαθρησκευτικού διαλόγου, συνύπαρξης, ανταλλαγής, δανείων, αλλά και προορισμός αναψυχής και τουρισμού, κιβωτός διαχρονικών αξιών, πνευματικών και πρακτικών επιτευγμάτων, κοιτίδα του Δυτικού, και όχι μόνο, πολιτισμού, αλλάζει σήμερα ξανά. Το νοτιοανατολικό της άκρο φλέγεται, το βορειοδυτικό της συμπιέζεται οικονομικά και δοκιμάζεται κοινωνικά, ενώ το όραμα της Ενωμένης Ευρώπης μοιάζει πιο αβέβαιο από ποτέ, με κοινά παραδεκτές από όλους αιτίες, τα διαφορετικά συμφέροντα, τη διαφορετική ιστορία, τις αρχές και τη νοοτροπία και τις ανισότητες των λαών που την απαρτίζουν. Πόσο λοιπόν, όταν διακυβεύεται η προσπάθεια μιας από κοινού αποφασισμένης ένωσης στον στιβαρό βορρά, μπορούμε να την αναζητούμε στον ασταθή νότο και την ανατολή, όταν γνωρίζουμε ότι τους λαούς που κατοικούν εκεί τους χωρίζουν αντίστοιχες και περισσότερες διαφορές από ότι αυτούς στον βορρά; Η Μεσόγειος, «κοινή λίμνη», είναι τόπος που η μοίρα του καθόριζε ανέκαθεν εν πολλοίς και τη μοίρα άλλων μη Μεσογειακών λαών και χωρών, που τη θεωρούσαν και αυτοί «τόπο» τους.

Μέσα σε αυτή την πολύ συνοπτικά περιγραφείσα πραγματικότητα, οι τέχνες, πρωταρχική έκφραση του ανθρώπου, διαμορφώνουν και αυτές νέο πρόσωπο, ανασυντάσσοντας τις υποτιμημένες δυνάμεις τους, επαναπροσδιορίζοντας τον ρόλο τους, αρθρώνοντας λόγο και δίνοντας το παρόν.

Πλησιάζοντας αυτή τη σχετικά μικρή γεωγραφική περιοχή, διαπιστώνουμε ότι μέσα σε ένα ρευστό και φλεγόμενο τοπίο και παρά τις αυξημένες ανάγκες για επιβίωση, προστασία και ελευθερία, που θα έπρεπε να είναι οι αδιαπραγμάτευτες προτεραιότητες της ζωής, η τέχνη αποκτά έναν ρόλο αμεσότερο και δραστικότερο από ό,τι στο παρελθόν. Αλλού, στις χώρες της κεντρικής Ευρώπης, όπου οι συνθήκες είναι πιο πρόσφορες, αναστοχάζεται το παρελθόν της και διευρύνει την οπτική της μέσα από σύγχρονες θεωρίες αλλά και διευρυμένες αγορές, αλλού, ανατολικά (Τουρκία, Λίβανος, Παλαιστίνη, Ισραήλ, Κύπρο), παρά τα προβλήματα, ενισχύει τη διαδραστική σχέση της με το δυτικό μοντέλο και αλλού πάλι, νοτιοανατολικά, κυριολεκτικά στο πεδίο της μάχης, αρθρώνει ένα νέο λόγο και συνειδητοποιεί την κοινωνική της δύναμη σε άλλα πεδία, πέραν της παράδοσης και του εξωραϊσμού. Αυτό το ζωντανό παλίμψηστο θα παρατηρεί για τρεις συνεχόμενες διοργανώσεις η Μπιενάλε Σύγχρονης Τέχνης Θεσσαλονίκης και μάλιστα όχι περιοριστικά στον καθαυτό γεωγραφικό χώρο της Μεσογείου, αλλά διευρυμένα, γιατί η Μεσόγειος είναι ιδέα και δεν ορίζεται μόνο από τις γεωγραφικές της συντεταγμένες.

Οι καλλιτέχνες του κεντρικού και παράλληλου προγράμματος της φετινής Μπιενάλε, υψώνουν τη δική τους «φωνή» για θέματα όπως η αλλοτρίωση, η βία, η ισονομία, οι σχέσεις παρόντος-παρελθόντος, οι νέες επικοινωνιακές συνθήκες, οι δομές και οι συμπεριφορές στο αστικό περιβάλλον, η μνήμη, τα σύμβολα, οι μύθοι, η παράδοση και η ανατροπή της, οι ενοποιητικές γραμμές και οι ρήξεις του «παλαιού» με το «νέο», ζητήματα που αφορούν ολόκληρη την ανθρωπότητα και τίθενται με δραματικό τρόπο αυτή τη στιγμή στη Μεσόγειο.

Τα έργα τέχνης προκαλούν, αφυπνίζουν και αναδεικνύουν τους κίνδυνους κατάργησης των θεμελιωδών αξιών του πολιτισμού, δηλαδή της παγκόσμιας πολιτισμικής κληρονομιάς, της δημοκρατίας, της εγρήγορσης για την καταστροφή της φύσης, εγκλήματα σε βάρος της ανθρωπότητας, που προκαλούνται είτε από συμφέροντα είτε από αδιαφορία. Η επίγνωση της επικαιρότητας και η επικοινωνία μέσω της τεχνολογίας μπορούν να διευρύνουν τον διάλογο, να ευαισθητοποιήσουν και να κινητοποιήσουν. Η τέχνη άλλωστε είναι ο κατεξοχήν χώρος που μπορεί να προτείνει ένα νέο μοντέλο διαβίωσης, που δεν θα υπακούει στα συμφέροντα, αλλά θα προάγει τη δημιουργία, την ποίηση, την διακίνηση ιδεών, την ανοχή, το σεβασμό του άλλου, την ενεργοποίηση της κοινωνίας των πολιτών, την καλλιέργεια. Η τέχνη είναι πράξη πολιτική, αφού ερεθίζει την κριτική σκέψη, επιδρά πάνω στην κοινωνία, προβλέπει και παράγει καινοτόμα έργα και ιδέες. Όπως υποστήριξε εδώ στη Θεσσαλονίκη, κατά τη διάρκεια της 3ης Μπιενάλε, ο Michelangelo Pistoletto1, η Μεσόγειος προσφέρεται ως πεδίο έρευνας και ως τόπος που διαθέτει τις προϋποθέσεις για τη δημιουργία μιας αλληλέγγυας πολυπολιτισμικής κοινωνίας, όπου θα ευδοκιμεί ο «πολιτισμός της διαφορετικότητας».

Στη δημιουργία αυτής της ουτοπικής, όπως φαντάζει σήμερα, κοινωνίας που θα μετασχηματίζει τις διαφορές της σε εργαλείο για την αναθεώρηση και επαναξιολόγηση των αρχών των πολιτών της και την ανάδειξη του συμφιλιωτικού και συμμετοχικού πρόσωπου της, στοχεύει ο διαμεσογειακός διάλογος με τους καλλιτέχνες, τους θεωρητικούς και τους

οργανισμούς που το ΚΜΣΤ εγκαινίασε το 2011 και θα διαρκέσει μέχρι το 2015, και ελπίζω ακόμη περισσότερο. Οι επιλογές συνεργατών, καλλιτεχνών και συνομιλητών ημεδαπών και αλλοδαπών, έγιναν με πρόθεση να δημιουργηθεί στην πόλη της Θεσσαλονίκης, ένα εργαστήριο παρατήρησης, δράσης, διαλόγου και ζύμωσης ιδεών, που θα προάγει τη σύγχρονη δυναμική ταυτότητα της τέχνης στη Μεσόγειο. Μιας ταυτότητας που δεν μπορεί να είναι παρά πολυπολιτισμική και κοσμοπολίτικη κατά κυριολεξίαν. Η Θεσσαλονίκη θέλει να συμβάλει, με τις δικές της δυνάμεις και με συνείδηση των στιγμάτων που φέρει στον αστικό της ιστό από τις ποικίλες ιστορικές και πολιτισμικές περιόδους της μακραίωνης ιστορίας της, στην προβολή της τέχνης ως μοχλού θετικών αλλαγών. Η διαμόρφωση της νέας φυσιογνωμίας της πόλης επιβάλλει μια ανοιχτή οπτική και συνέργειες με πολίτες του κόσμου που επιθυμούν να δουν τη Μεσόγειο στο επίκεντρο της επικαιρότητας, όχι όμως πια λόγω συγκρούσεων συμφερόντων, με θύματα, λαούς, με νεκρούς, πρόσφυγες, φιμωμένους καλλιτέχνες και διανοούμενους και ή απαθείς ή εξαγριωμένους πολίτες.

 

1Michelangelo Pistoletto, «Η τέχνη ως αρωγός της πολιτικής για μια Μεσόγειο χωρίς συγκρούσεις», Συνάντηση Μεσογειακού Κοινοβουλίου για τον Πολιτισμό, Συμπόσιο 3ης Μπιενάλε Σύγχρονης Τέχνης Θεσσαλονίκης, Εκδ. ΚΜΣΤ.

Βιογραφικό: 

Κατερίνα Κοσκινά. Ιστορικός Τέχνης-Μουσειολόγος, Πρόεδρος Δ. Σ. του Κρατικού Μουσείου Σύγχρονης Τέχνης από το 2009 και Καλλιτεχνική Διευθύντρια του Ιδρύματος Ιωάννου Φ. Κωστοπούλου από το 1992.

Γεννήθηκε στην Kέρκυρα. Σπούδασε γαλλική φιλολογία στο Eθνικό Kαποδιστριακό Πανεπιστήμιο Aθηνών και ιστορία τέχνης, αρχαιολογία, ελληνική λογοτεχνία και φιλοσοφία της τέχνης στη Σορβόννη, στο Παρίσι. Σπούδασε επίσης μουσειολογία στη Σχολή του Λούβρου. Είναι διδάκτωρ της ιστορίας της τέχνης.

Εργάστηκε από το 1988 έως το 1992 ως Ειδικός Σύμβουλος στο Ευρωπαϊκό Πολιτιστικό Kέντρο Δελφών.

Έχει επιμεληθεί πολλές ατομικές και ομαδικές εκθέσεις τέχνης  και έχει συγγράψει κείμενα σε βιβλία και καταλόγους εκθέσεων, καθώς και άρθρα σε εφημερίδες και περιοδικά τέχνης.

Διετέλεσε Εθνική Επίτροπος της 23ης Μπιενάλε του Σάο Πάολο το 1996,  και της 51ης Μπιενάλε της Βενετίας το 2005, καθώς και Διευθύντρια της 3ης και της 4ης Μπιενάλε Σύγχρονης Τέχνης Θεσσαλονίκης το 2011 και το 2013 αντίστοιχα.

Είναι μέλος του ICOM και της AICA Hellas. Από το 2000 έως το 2004 διετέλεσε Καλλιτεχνικός Σύμβουλος της Οργανωτικής Επιτροπής των Ολυμπιακών Αγώνων / Αθήνα 2004 Α.Ε. Είναι επίσης μέλος της Επιτροπής Αισθητικής Πλαισίωσης της ΑΤΤΙΚΟ ΜΕΤΡΟ Α.Ε. από το 1998 και Επιμελητής της Συλλογής Έργων Τέχνης της Alpha Bank από το 1992.

Για το έργο της τής έχει απονεμηθεί το παράσημο του Cavaliere dell'Ordine della Stella d'Italia.